Slavoj Žižek. Η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας

The Revolt of the Salaried Bourgeoisie
Η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας

4Πώς έγινε ο Μπιλ Γκέιτς [Bill Gates] ο πλουσιότερος άνθρωπος στις ΗΠΑ; Ο πλούτος του δε σχετίζεται με το κόστος παραγωγής των προϊόντων της Microsoft: δεν είναι αποτέλεσμα παραγωγής λογισμικού σε χαμηλότερες τιμές από τους ανταγωνιστές του ή πιο επιτυχημένης “εκμετάλλευσης” των εργαζομένων του (η Microsoft πληρώνει τους διανοητικά εργαζόμενούς της ένα σχετικά υψηλό μισθό). Αν ήταν έτσι, η Microsoft θα είχε χρεοκοπήσει εδώ και πολύ καιρό: οι άνθρωποι θα επέλεγαν ελεύθερα λογισμικά όπως το Linux, που είναι το ίδιο καλό ή και καλύτερο από τα προϊόντα της Microsoft. Εκατομμύρια άνθρωποι αγοράζουν ακόμα το λογισμικό της Microsoft, επειδή η ίδια έχει επιβληθεί σαν ένα σχεδόν καθολικό πρότυπο, πρακτικά μονοπωλώντας το πεδίο, ενσάρκωση αυτού που ο Μαρξ αποκαλούσε “γενική διάνοια” , εννοώντας τη συλλογική γνώση σε όλες τις μορφές, από την επιστήμη ως την πρακτική τεχνογνωσία. O Γκέιτς ιδιωτικοποίησε ουσιαστικά μέρος της γενικής διάνοιας και έγινε πλούσιος από την ιδιοποίηση του μισθώματος που επακολούθησε.

Το ενδεχόμενο ιδιωτικοποίησης της γενικής διάνοιας ήταν κάτι που ο Μαρξ ποτέ δεν προέβλεψε στα γραπτά του για τον καπιταλισμό (εν πολλοίς επειδή παρέβλεπε την κοινωνική διάσταση του ζητήματος). Κι όμως, αυτό το ζήτημα είναι στον πυρήνα των σύγχρονων αγώνων σχετικά με την πνευματική ιδιοκτησία: ο ρόλος της γενικής διάνοιας – βασισμένος στην συλλογική γνώση και την κοινωνική συνεργασία- έχει αυξηθεί στο μετά-βιομηχανικό καπιταλισμό, έτσι που ο πλούτος συσσωρεύεται εντελώς δυσανάλογα σε σχέση με την εργασία που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή του. Το αποτέλεσμα δεν είναι, όπως ο Μαρξ φαίνεται να είχε προβλέψει, η αυτο-διάλυση του καπιταλισμού, αλλά η σταδιακή μετατροπή του κέρδους που παράγεται από την εκμετάλλευση της εργασίας, στην ιδιοποίηση του μισθώματος από την ιδιωτικοποίηση της γνώσης.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα φυσικά αποθέματα, η αξιοποίηση των οποίων είναι μια από τις κύριες πηγές μισθώματος στον κόσμο. Επακόλουθο είναι μια μόνιμη πάλη για το ποιος λαμβάνει το μίσθωμα: οι πολίτες του τρίτου κόσμου ή οι δυτικές επιχειρήσεις. Είναι ειρωνικό ότι στην εξήγηση της διαφοράς ανάμεσα στην εργατική δύναμη (που κατά τη χρήση της παράγει υπεραξία) και σε άλλα εμπορεύματα (που καταναλώνουν όλη την αξία στη χρήση τους) ο Μαρξ δίνει το παράδειγμα του πετρελαίου σαν ένα “συνηθισμένο” εμπόρευμα. Κάθε προσπάθεια που γίνεται να συνδεθεί η άνοδος και η πτώση στην τιμή του πετρελαίου με την άνοδο ή την πτώση στο κόστος παραγωγής ή στην τιμή της εργατικής δύναμης είναι χωρίς νόημα: το κόστος παραγωγής είναι μηδαμινό ποσοστό της τιμής που πληρώνουμε για πετρέλαιο, μια τιμή που στην πραγματικότητα είναι το μίσθωμα που μπορεί να διαμορφώσουν οι ιδιοκτήτες εξαιτίας των περιορισμένων αποθεμάτων.

Μια συνέπεια της ανόδου της παραγωγικότητας, που προήλθε από την εκθετικά αυξανόμενη επίδραση της συλλογικής γνώσης, είναι η αλλαγή του ρόλου της ανεργίας. Είναι η ίδια η επιτυχία του καπιταλισμού (μεγαλύτερη αποδοτικότητα, αυξημένη παραγωγικότητα κτλ) που παράγει την ανεργία, καθιστώντας όλο και περισσότερους εργάτες άχρηστους: αυτό που θα έπρεπε να είναι ευλογία – λιγότερο αναγκαία βαριά εργασία – μετατρέπεται σε κατάρα. Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, η πιθανότητα να γίνει κανείς αντικείμενο εκμετάλλευσης σε μια μακροχρόνια δουλειά βιώνεται σαν προνόμιο. Η παγκόσμια αγορά, όπως το έθεσε ο Φρέντρικ Τζέιμσον [Fredric Jameson], είναι τώρα “ένας χώρος στον οποίο ο καθένας έχει υπάρξει κάποια στιγμή παραγωγικός εργαζόμενος, και στον οποίο η εργασία έχει αρχίσει παντού να αυτο-κοστολογείται εκτός του συστήματος”[ως ασύμφορη].Στην τρέχουσα διαδικασία της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, η κατηγορία των ανέργων δεν περιορίζεται πλέον σε αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε “εφεδρικό εργατικό στρατό”5: περιλαμβάνει επίσης, όπως περιγράφει ο Τζέιμσον “τους τεράστιους πληθυσμούς ανά τον κόσμο που μοιάζουν σα να έχουν ‘πεταχτεί από την ιστορία’, που έχουν εσκεμμένα αποκλειστεί από τα εκσυγχρονιστικά σχέδια του καπιταλιστικού πρώτου κόσμου και καταγραφεί ως χαμένες ή ανίατες υποθέσεις”: τα αποκαλούμενα κράτη αποτυχίες [fail states] (Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, Σομαλία), θύματα της πείνας ή της οικολογικής καταστροφής, παγιδευμένα σε ψευδο-αρχαϊκά “εθνικά μίση”, αντικείμενα φιλανθρωπίας και ΜΚΟ ή στόχοι του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”. Η κατηγορία των ανέργων λοιπόν έχει επεκταθεί για να συμπεριλάβει αχανείς ομάδες ανθρώπων, από τους προσωρινά άνεργους, μέχρι τους μόνιμα άνεργους ή αυτούς που πλέον δεν είναι απασχολήσιμοι, στους κατοίκους των γκέτο και των παραγκουπόλεων (όλους αυτούς που συχνά απορρίπτονταν από τον ίδιο το Marx σαν “λούμπεν-προλεταριάτο”), και τελικά σε ολόκληρους πληθυσμούς ή κράτη που έχουν αποκλειστεί από το παγκόσμιο καπιταλιστικό προτσές, όπως οι κενές περιοχές σε αρχαίους χάρτες.

Κάποιοι λένε ότι αυτή η νέα μορφή καπιταλισμού παρέχει νέες χειραφετητικές δυνατότητες. Αυτή είναι η θέση του “πλήθους” των Χαρντ [Hardt] και Νέγκρι [Negri], που προσπαθεί να ριζοσπαστικοποιήσει το Μαρξ, που υποστήριζε ότι αν απλά κόψουμε το κεφάλι του καπιταλισμού, θα πάρουμε σοσιαλισμό. Ο Μαρξ, όπως το βλέπουν, ήταν ιστορικά περιορισμένος από την ιδέα της συγκεντρωτικής, αυτοματοποιημένης και ιεραρχικά οργανωμένης βιομηχανικής παραγωγής, με αποτέλεσμα να αντιληφθεί τη “γενική διάνοια” σαν κάτι που μοιάζει με “υπηρεσία” κεντρικού σχεδιασμού: μόνο σήμερα, με την άνοδο της “άυλης εργασίας” μια επαναστατική ανατροπή γίνεται “αντικειμενικά δυνατή”. Η άυλη αυτή εργασία εκτείνεται μεταξύ δύο πόλων: από την διανοητική εργασία (παραγωγή ιδεών, κειμένων, προγραμμάτων κλπ) στην εργασία συναισθηματικής επιρροής (που γίνεται από γιατρούς, babysitters και αεροσυνοδούς). Σήμερα, η άυλη εργασία είναι “ηγεμονική” υπό την ίδια έννοια που ο Μαρξ ισχυριζόταν ότι, στον καπιταλισμό του 19ου αιώνα, η μεγάλης κλίμακας βιομηχανική παραγωγή ήταν ηγεμονική: επιβάλλεται όχι αριθμητικά, αλλά επειδή παίζει τον κεντρικό, εμβληματικό, δομικό ρόλο. Αυτό που προκύπτει είναι ένας αχανές νέο πεδίο που ονομάζεται ως “το κοινό”: διαμοιρασμένη γνώση και νέες φόρμες επικοινωνίας και συνεργασίας. Τα προϊόντα της άυλης παραγωγής δεν είναι αντικείμενα αλλά νέες κοινωνικές ή διαπροσωπικές σχέσεις: η άυλη παραγωγή είναι βιοπολιτική, η παραγωγή της κοινωνικής ζωής.

Οι Χαρντ και Νέγκρι περιγράφουν εδώ τη διαδικασία που οι ιδεολόγοι του σημερινού “μεταμοντέρνου” καπιταλισμού γιορτάζουν σαν το πέρασμα από την υλική στη συμβολική παραγωγή, από την κεντρική-ιεραρχική λογική, στη λογική της αυτοοργάνωσης και της πολυπολικής συνεργασίας. Η διαφορά είναι πως οι Χαρντ και Νέγκρι είναι ουσιαστικά πιστοί στο Μαρξ: προσπαθούν να αποδείξουν ότι ο Μαρξ είχε δίκιο, ότι η άνοδος της γενικής διάνοιας είναι μακροπρόθεσμα ασύμβατη με τον καπιταλισμό. Οι ιδεολόγοι του μεταμοντέρνου καπιταλισμού ισχυρίζονται ακριβώς το αντίθετο: Η μαρξιστική θεωρία (και πρακτική), λένε, παραμένει εντός των περιορισμών της ιεραρχικής λογικής ή του κεντρικού ελέγχου του κράτους και άρα δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις κοινωνικές συνέπειες της πληροφοριακής επανάστασης. Υπάρχουν καλοί εμπειρικοί λόγοι για τον ισχυρισμό αυτό: αυτό που ουσιαστικά διέλυσε τα κομμουνιστικά καθεστώτα ήταν η αδυναμία τους να δεχθούν τη νέα κοινωνική λογική που υποστήριξε την πληροφοριακή επανάσταση: προσπάθησαν να κατευθύνουν την επανάσταση κάνοντας την ένα ακόμα μεγάλης κλίμακας σχέδιο κρατικού κεντρικού σχεδιασμού. Το παράδοξο είναι ότι αυτό που οι Χαρντ και Νέγκρι γιορτάζουν σαν τη μοναδική ευκαιρία να ξεπεραστεί ο καπιταλισμός, γιορτάζεται από τους ιδεολόγους της πληροφοριακής επανάστασης ως η άνοδος ενός νέου καπιταλισμού, “χωρίς τριβές”.

Footnotes

  1. Στμ: Ο Ζίζεκ χρησιμοποιεί τον όρο “bourgeoisie”, ο οποίος, όπως έχει καθιερωθεί, χαρακτηρίζει την αστική τάξη (με τους παραδοσιακούς μαρξιστικούς όρους) αλλά και σε άλλα πλαίσια τα εύρωστα, ανώτερα μεσαία στρώματα. Στο κείμενο ο όρος φαίνεται να χρησιμοποιείται και με τις δύο έννοιες, χωρίς να γίνεται σαφής διάκριση, οπότε προτιμήθηκε η ευρεία απόδοση “μπουρζουαζία” από την “αστική τάξη” ή “μισθωτός αστός”
  2. ο Μαρξ τους αποκαλούσε εφεδρικό βιομηχανικό στρατό
  3. Στμ: στο πρωτότυπο: surplus wage. Με μια πρόχειρη αναζήτηση δε βρέθηκε προηγούμενη απόδοση στα Ελληνικά. Χρησιμοποιείται κατ’ αντιστοιχία του όρου υπεραξία[surplus value] του Μαρξ. Προτιμήθηκε ο αδόκιμος όρος “υπερ-μισθός” αντί του πιο “λογικού” “πλεονάζον μισθός” ακριβώς για να τονιστεί ότι πρόκειται για ένα διαφορετικό τρόπο, κατά το συγγραφέα, απόσπασης υπεραξίας.
  4. Στμ: Ο Ζίζεκ χρησιμοποιεί τον όρο “bourgeoisie”, ο οποίος, όπως έχει καθιερωθεί, χαρακτηρίζει την αστική τάξη (με τους παραδοσιακούς μαρξιστικούς όρους) αλλά και σε άλλα πλαίσια τα εύρωστα, ανώτερα μεσαία στρώματα. Στο κείμενο ο όρος φαίνεται να χρησιμοποιείται και με τις δύο έννοιες, χωρίς να γίνεται σαφής διάκριση, οπότε προτιμήθηκε η ευρεία απόδοση “μπουρζουαζία” από την “αστική τάξη” ή “μισθωτός αστός”
  5. ο Μαρξ τους αποκαλούσε εφεδρικό βιομηχανικό στρατό

Tell us what you think...